Τετάρτη 8 Ιανουαρίου 2014

ΠΡΟΣ ΣΟΥΓΙΟΥΛ ΚΑΙ ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΟ



Ο Σουγιούλ ένα τραγούδι
κάποτε μας είχε γράψει
και τους άντρες στα σαράντα
όλους βιάστηκε να θάψει.
Δεν την είχε εκτιμήσει
επαρκώς του ανδρός τη φύση.

Κι όμως επιζήσαμε - μύθους καταργήσαμε.

Τώρα μέχρι τα σαράντα
μας ταΐζει η γκουβερνάντα
στα πενήντα δίχως έννοια
βγάζουμε τα πρώτα γένια.
Δε μας φτάνει μια γυναίκα
βόλτα φέρνουμε και δέκα.

Κι όμως επιζήσαμε - μύθους καταργήσαμε.

Στα εξήντα για καμάκι
και κρυφό ραντεβουδάκι
στα ντουζένια στα εβδομήντα
και ορμές στα ενενήντα.
Κι απ’ τα εκατό και πέρα
με Viagra πάμε σφαίρα.

Ώσπου να πεθάνουμε – θα το απολαμβάνουμε.

Σάββατο 4 Ιανουαρίου 2014

ΓΙΑΤΙ ΤΗ ΦΤΩΧΕΙΑ ΤΗ ΛΕΝΕ ΦΤΩΧΕΙΑ

ΠΑΡΑΜΥΘΙ-ΕΜΜΕΤΡΗ ΑΠΟΔΟΣΗ
στη μνήμη του Γιάννη Χ. Κατερινόπουλου εκ Μπαμπίνης Ξηρομέρου,
το αφηγήθηκε στον εγγονό του Γιάννη και το κετέγραψε τη δεκαετία
του '90 ο γιος του Δημήτρης.



Μία φορά κι έναν καιρό στην κάτω Ποταμούλα
σε μία άκρη του χωριού ζούσε μία γριούλα.

Τη μαυροφόρα τη γριά τη λέγαν κυρά-Φτώχεια
και στη ζωή τη χτύπησαν πολλά ανεμοβρόχια.

Είχε αρρωστήσει ο άνδρας της, πριν χρόνια είχε πεθάνει
κι ήταν στον κόσμο μοναχή, ούτε παιδιά είχε κάνει.

Μάζευε στάχυα απ’ τους αγρούς για του ψωμιού τ’ αλεύρι
κι άγρια χόρτα έβραζε την πείνα να παλεύει.

Μόνη περιουσία της το χαμηλό σπιτάκι
που στην αυλή του κάποτε φύτρωσε ένα δεντράκι.

Κι έγινε μια κορομηλιά στα φρούτα φορτωμένη
μα αυτό το δέντρο σε μπελά έβαλε την καημένη.

Ποτέ κορόμηλα ώριμα δεν είχε δοκιμάσει
τα πιτσιρίκια του χωριού τα είχανε προφτάσει.

Σαν τα σπουργίτια κρέμονταν επάνω στα κλαδιά της
και έκοβαν τα πράσινα, ξινά κορόμηλά της.

Εκείνα την κορόιδευαν, αυτή τα κυνηγούσε
σκουντούφλαγε και έπεφτε, τη μοίρα βλαστημούσε.

Κάποτε πέρασε ο Χριστός κι οι δώδεκα Αποστόλοι
μα οι χωρικοί αφιλόξενοι, άντρες, γυναίκες, όλοι.

Κανείς δεν έδωσε ψωμί, νερό να ξεδιψάσουν
ώσπου στης Φτώχειας το τσαρδί το σούρουπο θα φτάσουν.

Αυτή τους έδωσε νερό, σκαμνιά να ξαποστάσουν
και έστρωσε στο πάτωμα τη νύχτα να περάσουν.

Μα το καρβέλι ήταν μικρό για δεκατρία κομμάτια
τότε ο Χριστός γονάτισε και έκλεισε τα μάτια.

Έκανε μία προσευχή κι ευλόγησε τον άρτο
που αυγάτισε και έγινε ψωμί ζεστό κι αφράτο.

Την άλλη μέρα ο Χριστός προτού αναχωρήσει
κι αφού της Φτώχειας η καρδιά τον είχε συγκινήσει,

της λέει πως είναι πρόθυμος να ικανοποιήσει
όποια επιθυμία της φτάνει να το ζητήσει.

Τότε αυτή τον τράβηξε απ’ το μακρύ μανίκι
λέγοντας πως δεν του ζητά ό,τι δεν της ανήκει.

Ούτε και θέλει αντάλλαγμα για τη φιλοξενία
δεν είναι όλα δανεικά σ’ αυτή την κοινωνία.

Μα στη δική του επιμονή εντέλει θα ζητήσει
με μία ικανότητα να την εξασφαλίσει.

Όποιος στο δέντρο της αυλής επάνω ανεβαίνει
μόνο όποτε θέλει αυτή κάτω να κατεβαίνει.

Μ’ αυτή τη χάρη ο Χριστός θα την εφοδιάσει
κι αλλού την πίστη άλλων πιστών πήγε να δοκιμάσει.

Ήρθαν παιδιά κι ανέβηκαν κορόμηλα να φάνε
κι ύστερα δε μπορούσανε στα σπίτια τους να πάνε.

Στο δέντρο επάνω κόλλησαν κι έμειναν ως το δείλι
που στο καθένα η γριά έριξε ένα σκαμπίλι.

Τους είπε όμως να ’ρχονται τότε που ωριμάζουν
θα δίνει αυτή κορόμηλα κι όχι να τα ρημάζουν.

Και έτσι την κορομηλιά -πρώτη φορά η καημένη-
την είδε με κορόμηλα, κόκκινα, φορτωμένη.

Κορόμηλα έφαγε ώριμα κι ευφράνθηκε η ψυχή της
έστω κι αργά στο κλείσιμο του κύκλου της ζωής της.

Πράγματι ο χάρος έφτασε ως του σπιτιού την πόρτα
όμως η φτώχεια έλειπε, πήγε να μάσει χόρτα.

Κι εκεί που την περίμενε στο σπίτι να γυρίσει
πρόσεξε τα κορόμηλα που είχαν κοκκινίσει.

Στο δέντρο επάνω ανέβηκε κορόμηλα να φάει
και στο ταγάρι έβαλε στη Χάραινα να πάει.

Όταν όμως ο Χάροντας πλέον είχε χορτάσει
και θέλησε το σώμα του στη γη να κατεβάσει,

επάνω στην κορομηλιά έμεινε εγκλωβισμένος
σαν ταξιδιάρικο πουλί σε ξόβεργα πιασμένος.

Το βράδυ από τους αγρούς επέστρεψε η Φτώχεια
κι είδε έναν άντρα όμηρο στ’ αόρατά της βρόχια.

¨Ποιος είσαι¨, του ’πε, ¨τι ζητάς στο ταπεινό μου σπίτι
κι ανέβηκες στο δέντρο μου σα λαίμαργο σπουργίτι;¨.

Tης λέει ¨δε με γνώρισες; Εμένα λένε Χάρο,
τελείωσαν τα χρόνια σου και ήρθα να σε πάρω¨.

¨Τότε εκεί που κάθεσαι για πάντα θα σ’ αφήσω¨
του λέει η Φτώχεια, ¨έχω σκοπό κι άλλες χρονιές να ζήσω¨.

Αυτός της αντιπρότεινε να τον ελευθερώσει
κι ορκίστηκε αιώνια ζωή πως θα της δώσει.

Ότι απ’ τα κιτάπια του για πάντα θα τη σβήσει
κι ότι από δω και στο εξής δεν θα την ενοχλήσει.

Έτσι έγινε συμβιβασμός, κατέβηκε ο Χάρος
κι έμεινε η Φτώχεια αθάνατη, μα για τον κόσμο βάρος.

Αφού οι πιο πολλοί στη γη στη φτώχεια μέσα ζούνε,
για το χατίρι μιας γριάς άδικα δυστυχούνε.

Δευτέρα 23 Δεκεμβρίου 2013

ΟΙ ΛΙΑΠΗΔΕΣ



Φίλοι, απορώ που έγινε τόσος μεγάλος ντόρος
ο Λιάπης από πάντοτε ήτο αμακαδόρος.
Ακόμα απ’ την εποχή που τόσο δα ήταν σπόρος
κι ως έφηβος ένας λαπάς, λελές, λιμοκοντόρος.
Ζητούσε απ’ τους συμμαθητές να γλύψει γλειφιτζούρια
και στους προσκόπους έπινε από αλλονών παγούρια.
Ο δακτυλοδεικτούμενος, των αγοριών ο βλάκας
και τα κορίτσια έλεγαν πως ήτανε μαλάκας.
Η σκούφια του όμως κρατά απ’ τους Καραμανλήδες
που είναι το μιλέτι τους μεγάλοι μπαταχτσήδες.
Στην Πρώτη οι παππούδες του είχανε τόση αναίδεια
που στο μπακάλη απλήρωτα άφησαν βερεσέδια.
Οι θείοι του λαμβάνανε επίδομα ανεργίας
παρόλο που οικονομικά χαίραν άκρας υγείας.
Και για το τέλος άφησα και τον εθνάρχη θείο∙
αν πας στην πόλη των Σερρών, στου ΚΤΕΛ το πρακτορείο,
απέναντί του ακριβώς είναι ένα μαγειρείο.
Όταν πολιτευότανε πριν πάρει υπουργείο,
έτρωγε εκεί και κέρναγε κι έλεγε: ¨φίλε  γράψτα
και στο γελαδοκούρεμα θα ξηγηθώ στην πάστρα.
Ακόμα ακαθάριστο στέκεται το τεφτέρι∙
πώς να μη γίνει, το λοιπόν, ο ανιψιός  ξεφτέρι;
Ιδού ποιοι πάνε στη Βουλή εκ της δικής μας ψήφου
και κάποτε τυλίγονται με την αχλύ του μύθου.
Και όσο θα γινόμαστε σε εκείνους δεκανίκι
τις ρίζες τους θ’ απλώνουνε των Λιάπηδων οι ¨οίκοι¨.
Μια παροιμία από παλιά κρατάω στο μανίκι:
¨όσο θα υπάρχουν πρόβατα θα υπάρχουνε και λύκοι¨.

Πέμπτη 12 Δεκεμβρίου 2013

Ο ΛΑΪΚΟΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ



Ο Λαϊκός Πολιτισμός τί είναι επιτέλους
είναι έργο των προγόνων μας που ’ριξε τίτλους τέλους;

Ή ζωντανός οργανισμός με σφρίγος και υγεία
με έμπνευση, διάθεση, ιδέες, δημιουργία;

Όποιος από περιέργεια ζει, μέσα σ’ αυτή την πλάση
το πνεύμα του, ανήσυχο, πάντα θα είναι εν δράσει.

Κι εκείνο που παρατηρεί θα το μετουσιώσει
σε τέχνη, που ο βίος μας έχει ανάγκη τόση.

Σε λόγο έμμετρο ή πεζό, θεάτρου παραστάσεις
σε μουσική, σε εικαστικές κι άλλες ποικίλες δράσεις.

Ο δημιουργός δεν κλείνεται μέσα στον εαυτό του
το έργο του μοιράζεται με τον περίγυρό του.

Άλλωστε απ’ τον περίγυρο αντλεί την έμπνευσή του∙
του Λαϊκού Πολιτισμού αυτή είναι η υφή του.

Μία  αλληλεπίδραση  κοινού  με τον ποιούντα,
σε μια συλλογικότητα δοχεία συγκοινωνούντα.

Ο Λαϊκός Πολιτισμός αρχέγονο είναι θαύμα
της λόγιας τέχνης οδηγός, αρχέτυπο και νάμα.