Πέμπτη, 15 Φεβρουαρίου 2018

ΠΥΓΜΑΛΙΩΝ

προσπάθεια έμμετρης απόδοσης μιας από τις πιο ενδιαφέρουσες Μεταμορφώσεις του Οβίδιου

Ο Πυγμαλίων βλέποντας να ζουν έκλυτο βίο
κορίτσια που σε ξεγελούν μ’ αθώο προσωπείο
σιχάθηκε τις θηλυκές, θαρρούσε πως η φύση
με ελαττώματα πολλά τις έχει εξοπλίσει.
Γι’ αυτό και μέσα στη ζωή εργένης είχε μείνει
μόνος, δίχως συντρόφισσα κοιμότανε στην κλίνη.
Στο μεταξύ σε φίλντισι ολόλευκο σκαλίζει
με τέχνη απαράμιλλη -το τέλειο αγγίζει-
μορφή γυναίκας που καμιά η ζωοδότρα η φύση
δε μπόρεσε και δε μπορεί όμοια της να γεννήσει.
Ο ίδιος ερωτεύεται το δημιούργημά του
παρθένα ολοζώντανη θαρρείς κι είχε μπροστά του
που αν αιδώς την άφηνε θα ’θελε να λυγιέται 
το ύφος της υπονοεί πως θέλει αλλά κρατιέται.
Θαυμάζει  τ’ άψυχο κορμί, φωτιά παίρνει η καρδιά του  
συχνά το έργο ψηλαφεί με τ’ ακροδάχτυλά του
να δει και βεβαιωθεί φίλντισι είναι ή σώμα,
αρνείται ότι είναι φίλντισι και τη φιλά στο στόμα.
Τέτοιο είναι το πάθος του που αίσθηση του δίνει
πως το γλυπτό του αντιδρά και τον φιλά κι εκείνη
και της μιλάει και την κρατά κι ο αφελής νομίζει
πως όπως με τα δάχτυλα τα μέλη της αγγίζει
μήπως πιέσει δυνατά και μελανιές αφήσει•
άλλοτε με γλυκόλογα θα την πολιορκήσει
την άλλη δώρα κουβαλά που αρέσουν στις κοπέλες
κοχύλια, λεία βότσαλα, ζωγραφισμένες πέρλες.
Πουλιά μικρά, πολύχρωμα λουλούδια της αφήνει
και Ηλιάδων δάκρυα που στάζει το ρετσίνι.
Ρούχα στα μέλη της φορά, στα δάχτυλα πετράδια
και στο λαιμό μακρύ κολιέ, στ’ αφτιά μαργαριτάρια,
γύρω απ’ το κεφάλι της τυλίγει μια κορδέλα
στο στήθος διαγώνια περνά μία δαντέλα.
Στολίδια όλα ταιριαστά στο άσπρο της το σώμα
μα και γυμνή περσότερο όμορφη είναι ακόμα.
Σιδώνειο χρώμα πορφυρό βαμμένο το σεντόνι
όπου με τρυφερότητα επάνω την ξαπλώνει.
¨Συντρόφισσα του κρεβατιού¨, έτσι την ονομάζει
και το γερμένο της λαιμό στα πούπουλα τον βάζει
λες και μπορεί να αισθανθεί εάν το μαξιλάρι
είναι ένα μάρμαρο σκληρό ή απαλό ζυμάρι.
Έφτασε, όμως, η τρανή μέρα της Αφροδίτης
και την τιμούν ευλαβικά στην Κύπρο τη γιορτή της.
Δαμάλια που τα κέρατα χρυσά έχουν στολισμένα
μπρος στο θυσιαστήριο κείτονται ξαπλωμένα
μετά από ένα χτύπημα στον άσπρο το λαιμό τους•
καίνε θυμιάματα οι πιστοί, ρίχνουν τον όβολό τους,
έτσι κι εκείνος στο βωμό με δώρα φορτωμένος
στάθηκε και γονάτισε και είπε φοβισμένος:
¨Θεοί, που όλων των θνητών κρατάτε τα κουμάντα
κι αν θέλετε μπορείτε εσείς να δώσετε τα πάντα
ζητώ  να ’χω για σύζυγο -να κάνω οικογένεια-
(δεν τόλμησε όμως να πει ¨αυτή την φιλντισένια¨)
μια κόρη όμοια με αυτή που σμίλεψα στο σπίτι¨
μα ήταν παρούσα στη γιορτή και η χρυσή Αφροδίτη
π’ άκουσε και κατάλαβε αυτό που επιθυμούσε
κι αμέσως στίγμα έδωσε σ’ αυτόν πως συναινούσε
κάνοντας να γιγαντωθεί η φλόγα στο βωμό της
και τρεις φορές στον ουρανό ν’ ανέβει ο καπνός της.
Πράγματι ενώ το απόγευμα στο σπίτι είχε γυρίσει
κι έσκυψε στο κρεβάτι του την κόρη να φιλήσει
νιώθει τα χείλη της ζεστά• ξανά τα πλησιάζει
και με τα χέρια, απαλά τα στήθη της μαλάζει.
Με τ’ άγγιγμα μαλάκωσε του φίλντισι η σκληράδα
τα δάχτυλα βουλιάζουνε κι αφήνουνε σημάδια,
σαν την κερήθρα του Υμηττού που ο ήλιος μαλακώνει
και με το χέρι πλάθεται, απλώνει και πτυχώνει
και αυτή η εύπλαστη μορφή προσφέρεται για χρήση,
παρόμοια το σώμα της  αίσθηση θα του αφήσει.
Στέκει για λίγο έκπληκτος, αλήθεια είν’ ή πλανάται
στα δυο είναι ταυτόχρονα, χαίρεται και φοβάται.
Η αγάπη του, ο έρωτας, το χέρι κατευθύνει
να ελέγξει αν έστερξε η ευχή που έκανε για εκείνη.
Ναι, είναι σώμα αληθινό, τις φλέβες σαν αγγίζει
εκείνες όντως αντιδρούν• σκύβει και γονατίζει
κι ευχαριστεί ο Πάφιος  ήρως  την Αφροδίτη
και ύστερα στη συζυγική ξαπλώνεται την κοίτη
και την φιλά στο στόμα της που αισθάνεται, που θέλει
πλέον για έρωτα διψούν τα κάτασπρα της μέλη
και κοκκινίζει από ντροπή, δειλά, όμως, ξεθαρρεύει
στρέφει τα μάτια της σ’ αυτόν, κι ύστερα  ταξιδεύει
στο φως του έβδομου ουρανού, πιάνοντας τους γλουτούς του
σμίγοντας τους λευκούς χυμούς μαζί με τους δικούς του.
Η Αφροδίτη ευλόγησε, παρούσα, αυτή τη σμίξη
έργο δικό της άλλωστε που ’χε αίσια καταλήξει.
Κι ύστερα από εννιά φορές γεμάτη τη σελήνη
που τον καρπό του άντρα της κυοφορούσε εκείνη
τον Πάφο γέννησε το γιο, το Κύπριο παλικάρι
κι απ’ αυτόν το όνομα η νήσος έχει πάρει.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου