Πέμπτη, 16 Ιανουαρίου 2020

ΤΟ ΘΑΥΜΑ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΟΧΑΡΗΣ


Φόρεσαν τα πουκάμισα με το μακρύ μανίκι
γιατί βαρδάρης φύσαγε προχτές στη Σαλονίκη.
Με το ’να χέρι βάσταγαν μια μικρή βαλίτσα
με τ’ άλλο τη γυναίκα τους κρατούσαν αγκαλίτσα.
Κάλεσαν ραδιοταξί να έλθει μάνι-μάνι
γιατί το πλοίο θα ’φευγε νωρίς απ’ το λιμάνι.
Εγκαίρως, όμως, φτάσανε και μπήκαν στην καμπίνα
κι ατμόσφαιρα τους γύρισε πίσω στα χρόνια εκείνα,
που κάνανε νεόνυμφοι του μέλιτος το μήνα,
ξάπλωσαν στις κουκέτες τους κι όλα πηγαίναν πρίμα.
Νέες εκείνες ένιωσαν κι εκείνοι παλικάρια
αγκομαχούσαν άγκυρες και τρίζαν παλαμάρια.
Στην Τήνο θα ξημέρωναν που ‘χανε κάνει τάμα
μα αλλού ήταν το όνειρο κι αλλού έγινε το θάμα,
γιατί πριν ξεκινήσουνε βγήκαν εννιά μποφόρια
κι έτσι απαγορεύτηκε ο απόπλους στα βαπόρια.
Όμως οι φίλοι ευτυχείς δεν πήρανε χαμπάρι
γιατί όταν έγινε αυτό,  ύπνο βαθύ είχαν πάρει.
Ξυπνάει ο Μήτσος το πρωί, κοιτάει στο φινιστρίνι
του φάνηκε πως φτάσανε έξω απ’ τη Σαντορίνη,
κι η Καίτη που ήταν δίπλα του αγουροξυπνημένη
«στην Πάρο είμαστε Μήτσο μου» του λέει η καημένη.
«Πάω στον κουμπάρο Καίτη μου», της λέει, «να τον φωνάξω»,
τότε ο Βασίλης φάνηκε και λέει «βλέπω τη Νάξο».
Μα σίγουρη η Αγγελική, στη γεωγραφία ατσίδα
τους λέει: «λάθος κάνετε, εδώ είναι η Χαλκίδα».
Και τότε για να λύσουνε αυτή τη διαφωνία
βγήκανε στο κατάστρωμα κοιτώντας μ’ αγωνία.
Κι όταν το Πύργο το Λευκό είδανε απ’ την πλώρη
είπαν: «Τη Σαλονίκη μας τραβάει το βαπόρι».
Μα στο καράβι όμως ψυχή δεν ήτανε καμία
ψύλλοι στ’ αυτιά τους μπήκανε που λέει η παροιμία.
Μάθαν για την αναποδιά που έφερε ο βαρδάρης
κι είπανε: «Τώρα τσιμουδιά να μην το μάθει ο Άρης».
Πληρώσανε λογαριασμό πλωτού ξενοδοχείου
και βιαστικά κατέβηκαν απ’ τα σκαλιά του πλοίου.
Στον Αϊ Δημήτρη  ύστερα άναψαν το κερί τους,
μετάλαβαν κι ευχήθηκαν η Παναγιά μαζί τους.
Όταν τους είδα απόρησα, πότε γυρίσαν πίσω
κι ευθύς το χέρι έδωσα να τους καλωσορίσω.
Κι ύστερα όταν ρώτησα: «πήρατε αεροπλάνο;»
«Πίστευε και μην ερευνάς» μου λένε κι αυτό κάνω.
Κι ενώ ήμουν πρώτα άπιστος, μόνο από αυτό το πράγμα
μ’ έπεισε η Μεγαλόχαρη πως είχε γίνει θαύμα,
αφού γοργά τους έφερε με Άγγελο εκείνο
τον ίδιο που στην Παναγιά παλιά πήγε τον κρίνο.


Πραγματικό γεγονός που συνέβη τον Ιούνιο του 2000, 
τότε γράφτηκαν και οι στίχοι

Πέμπτη, 9 Ιανουαρίου 2020

ΣΤΗΝ ΠΥΡΑ


Ακούω άναρθρες κραυγές όλες αυτές τις μέρες
ξινίλες από πεθερές και από συμπεθέρες.

Βιβλίο επιστημονικό τυπώθηκε προσφάτως
ο συγγραφεύς ιστορικός, διδάκτωρ ορεξάτος

αναζητεί τις ρίζες του μ’ αυτό το πόνημά του
πούθε κρατάει η σκούφια του κι η βλάχικη λαλιά του.

Πριν διαβαστεί, προτού καλά στεγνώσει το μελάνι
τον στήσαν σ’ έξι βήματα σε πολυβόλου κάνη.

Μα αντεπιχειρήματα σαφώς τεκμηριωμένα
από τους αντικρούοντες δεν άκουσα κανένα.

Ανάμεσά τους σοβαροί, άνθρωποι μορφωμένοι
όμως με στερεότυπα και μύθους φορτωμένοι.

Σχόλια επιθετικά σε sites εξακοντίζουν
της Ιεράς Εξέτασης ατμόσφαιρα θυμίζουν.

Πού βρήκαν ότι θίγονται η Ελληνοφροσύνη
η ευελιξία η βλάχικη και η καπατσοσύνη

το εμπορικό δαιμόνιο, οι Βλάχοι ευεργέτες
ή δε μετρήθηκαν σωστά στη φουστανέλα οι πιέτες;

Το σύγγραμμα αντί αφορμή να γίνει διαλόγου
οι επικριτές ανέβασαν θέατρο παραλόγου.

Δριμύς μεσαίων ενέσκηψε, ωμή λογοκρισία;
Της επιστήμης, στην πυρά, θα ρίξουν τα βιβλία;

Τετάρτη, 8 Ιανουαρίου 2020

ΟΞΕΙΑ & ΠΕΡΙΣΠΩΜΕΝΗ


Παντρεύτηκε ο δάσκαλος μα είναι σιτεμένος
κι η νύφη άγουρος καρπός και κρίνος ανθισμένος.

Πάνω στο γλέντι της χαράς, στου γάμου τα λουλούδια
πιάσαν οι φίλοι τα γλυκά της τάβλας τα τραγούδια.

Κι ύστερα απ’ τις μπαλωθιές και τις ευχές τις πρώτες
τραγούδι, λιανοτράγουδο πήραν δυο ηπειρώτες:

«Εγώ ο δόλιος γέρασα κι εσύ θέλεις παιχνίδια
μα τώρα ο γάτος δε μπορεί να βγει στα κεραμίδια».

Και πριν χωνέψει ο δάσκαλος την πρώτη την κρυάδα
ακούστηκε μία παλιά της Κρήτης μαντινάδα:

«Αλίμονό σου δάσκαλε είντα σε περιμένει
οξεία θέλει η γυνή κι όχι περισπωμένη».

Κι από κοντά ένας ψαράς, χρόνια στο παραγάδι
ρίχνει με το τραγούδι του μες στη φωτιά το λάδι:

«Κόψε τη ρόγα απ’ το τσαμπί κι ας είναι αγουρίδα
αλλιώς αν πέσει καταγής τότε θα φας σταφίδα».

Τραβάει ο δάσκαλος το γκρα κι έγινε αίμα κι άμμος
τη νύφη αρπάζει ένας νιος και σκόλασε ο γάμος.

Δευτέρα, 30 Δεκεμβρίου 2019

Η ΥΠΟΓΡΑΦΗ


Περιστατικό σε γραφείο κάποιου Δήμου
της Περιφέρειας Δυτικής Ελλάδας


Μία, ας την πούμε, εκδούλευση ζητούσε η κυρία
ντρίπλα για να παρακαμφθεί η γραφειοκρατία.

Πολύ βαθύ το ντεκολτέ, το παντελόνι επίσης
στενό για να διακρίνονται ¨έσω¨ διαγραμμίσεις.

¨Κύριε Γιώργο¨, είπε σιγά, ¨μια υπογραφή είναι μόνο¨
κι ενός γλυκού αναστεναγμού ανέβαζε τον τόνο.

Ένιωσε ο προϊστάμενος τον κόμπο στο λαιμό του
η ¨σαύρα¨ του αφυπνίστηκε, ανήλθε η λίμπιντό του.

Τάχα με πλέρια προσοχή κοιτούσε τα χαρτιά της
όμως το βλέμμα σάρωνε την πλούσια αρματωσιά της.

Αργά κυλούσε κι έχυνε μελάνι ο στυλογράφος
και πάνω στο ζεστό χαρτί υπόγραψε ολογράφως.

¨Διαθέτεις προϊστάμενε¨, του λέει εκείνη πάλι,
¨μια στιβαρή υπογραφή, αρσενική, μεγάλη¨.

Τρίτη, 24 Δεκεμβρίου 2019

ΕΝΟΙΚΙΑΖΕΤΑΙ


Κοκκινομάλλα και ψηλή, όμορφη και τσαχπίνα

είδε το «ΕΝΟΙΚΙΑΖΕΤΑΙ» στο τζάμι, στη βιτρίνα.

“Ευρύχωρο διαμέρισμα” έγραφε η Γιωργία
“εντός του καταστήματος κάθε πληροφορία.”
Στο σπίτι ζήτησε αυτή μία ματιά να ρίξει
και η Γιωργία έστειλε το Γιώργο να το δείξει.
Αυτός όταν την έκοψε στην άκρη του ματιού του
άνομες σκέψεις μπήκανε στο βάθος του μυαλού του.
Δείχνει με  λεπτομέρεια το σπίτι πόντο-πόντο
κλείνει το μάτι και της λέει: “θα κάνουμε και σκόντο”.
Αυτή μπήκε στο νόημα, τάχα παραπατάει
κι ο Γιώργος σαν αλλήθωρος το στήθος της κοιτάει.
Σκύβει να επωφεληθεί από το τεφαρίκι
κι εκείνη προκαταβολή να δώσει για το νοίκι.
Σε ένα δευτερόλεπτο κάτω θα την ξαπλώσει
μα μόλις ‘τοιμαζότανε για να την ξεκουμπώσει
Του λέει: “έχω πρόβλημα άσε με να γυρίσω,
σήμερα πρέπει ν’ αρκεστείς μονάχα από πίσω”.
Κι ο καπετάνιος τι να πει συμφώνησε ο καημένος
αφού είχε γίνει πύραυλος κι ήτανε φουντωμένος.
Γυρνάει αυτή και κάνει αυτός τα χέρια του ζωνάρι
μα ως φτάνει η παλάμη εμπρός πιάνει ένα παλαμάρι.
Τότε υπέστη αυτόματα υποστολή η «σημαία»
κι εκείνη αμέσως μια κραυγή έβγαλε λυσσαλέα.
Με τις κλωτσιές απέβαλε το “αδερφό παρτάλι”
κι εκείνος στα δυο χέρια του έβαλε το κεφάλι.
Αυτός ο θαλασσόλυκος τον κόσμο έχει γυρίσει
δεν το ‘λπιζε μες τη στεριά έτσι να ναυαγήσει.
Τόσα λιμάνια γύρισε δεν πιάστηκε κορόιδο
αλλά μ’ αυτή την αδερφή τα ‘κανε απόψε ρόιδο.
Γιώργο ποιος  το περίμενε έτσι να καταλήξεις
κι ό,τι  με μία τραβεστί θα έχεις περιπτύξεις.
Τη συμβουλή δεν άκουσες Γιωργάκη μου στα πλοία
που λέγαν γεροναυτικοί σε κάθε ευκαιρία;
“Που βάζεις, δύο πράγματα πρόσεχε στη ζωή σου
το ανδρικό σου όργανο και την υπογραφή σου”.

Παρασκευή, 20 Δεκεμβρίου 2019

ΤΑ ΚΑΒΟΥΡΙΑ ΤΟΥ ΤΡΙΝΙΝΤΑΝΤ


Χιλιάδες καβούρια (μερικά ήταν τεράστια) κυκλοφορούσαν
στο ξενοδοχείο, στους κήπους και στην παραλία. (Κούβα 25-7-2004)



Κυρίες μου και κύριοι
είδατε τα καβούρια
που λες και τα ταΐζουνε
κι αυτά με κανναβούρια
γίνανε κατοικίδια,
παίζουνε στην αυλή μας,
δεν αποκλείεται λοιπόν
να κοιμηθούν μαζί μας.

Εγώ σας προειδοποιώ,
μην πείτε δεν μας τα ’πες
μπαίνοντας στα δωμάτια
ελέγξτε τις ντουλάπες,
σηκώστε τα σκεπάσματα
και τα μαξιλαράκια
μην τύχει και κουρνιάσουνε 
εκεί τα καβουράκια.

Και εξηγούμε φίλοι μου
πριν γίνουν φασαρίες
τρύπα άμα βρούνε χώνονται,
τ’ ακούτε εσείς κυρίες,
επίσης και οι κύριοι
ήσυχοι ας μην κοιμούνται
γιατί τα καβουράκια μας
τρώνε όσα κουνιούνται.

Κυριακή, 15 Δεκεμβρίου 2019

Ο γκέι γάιδαρος


Ένα γαϊδούρι αρσενικό έφερε στο Δημήτρη 
ο γέρος του, με εξοπλισμό σαμάρι και καπίστρι.

Μπήκε στη ράχη του αυτός, γύριζε στα σοκάκια
αντήχησε η Γαλατινή, τακ τακ τα πεταλάκια.

Όμως δεν ήταν στιβαρό, του ζώου, το βάδισμά του
ναζιάρικα περπάταγε κουνώντας την ουρά του.

Γαϊδούρες σαν αντάμωνε αδιάφορα περνούσε
¨λες να μη βλέπει ο όνος μου;¨ ο Μήτσος απορούσε.

Την άλλη μέρα τι να δει• έξω απ’ το χαγιάτι
πλακώσανε γκαρίζοντας τρεις γάιδαροι βαρβάτοι.

Θερμά τους υποδέχτηκε του Μήτσου το γομάρι
τούρλωσε τα καπούλια του, τίναξε το σαμάρι.

Γονάτισε, σήκωσε ουρά, κούνησε την αχλάδα
ο Μήτσος παραπάτησε, του ήρθε μια ζαλάδα.

Τα λάγνα τα γκαρίσματα φέραν κι άλλα γομάρια
δάσος τα ανυπόμονα και ντούρα μαντζαφλάρια.

Βούιξε η Γαλατινή, το μήνυμα ελήφθη
πως του Δημήτρη ο γάιδαρος είναι εντέλει νύφη.

Του λέγαν οι συμμαθητές και τονε κάναν ρόμπα:
¨Μήτσο του όνου την τσουτσού να τηνε κάνεις τρόμπα¨.

Στα καφενεία του φώναζαν βγαίνοντας στο παζάρι:
 ¨Δημήτρη να το χαίρεσαι το τραβεστί γομάρι¨.

Δεν άντεξε : ¨μάνα καφέ, σκέτο διπλό, βράσε μέσα στο μπρίκι¨
έριξε πέτρα πίσω του κι ήρθε στη Σαλονίκη.

Θυμότανε μια συμβουλή που λέγαν τα γερόντια:
 ¨αν σου χαρίζουν γάιδαρο μην τον κοιτάς στα δόντια¨.

Μα ο Δημήτρης τ’ άλλαξε κι αλλιώς τη φράση λέει:
¨αν σου χαρίσουν γάιδαρο πρόσεξε αν είναι γκέι¨.