Δευτέρα, 13 Φεβρουαρίου 2017

ΟΙ ΠΡΟΣΦΥΓΕΣ ΤΗΣ ΒΟΜΒΑΣ

Για λίγες ώρες φύγαμε
έξω απ’ την εστία
κι αμέσως μας κυρίευσε
γρίνια και δυσφορία.

Στους χώρους της υποδοχής,
στων συγγενών τα σπίτια
κουρνιάσαμε στη θαλπωρή
σαν άφτερα σπουργίτια.

Μα η σκέψη μας ταξίδεψε
έστω και φευγαλέα
σε καταστάσεις έκρυθμες
σε γεγονότα ακραία.

Ως εν δυνάμει πρόσφυγες
βιαίως ξεριζωμένοι
στις βάρκες καταχείμωνο
και στα HOT SPOTS ριγμένοι.

Διδακτική ήταν άσκηση
γιατί κανείς δεν ξέρει
αυτή η απρόβλεπτη ζωή
στο μέλλον τι θα φέρει.

Τίποτε μες στο βίο μας
δεν είναι δεδομένο
πρέπει να το ’χουμε καλά
στο νου μας τυπωμένο.

Κι ακόμα αυτό το σύνθημα
ο φάρος μας να γίνει:
¨πολυτιμότερο αγαθό
στον κόσμο είν’ η ΕΙΡΗΝΗ¨.

Παρασκευή, 10 Φεβρουαρίου 2017

ΟΙ ΓΕΡΜΑΝΟΙ ΞΑΝΑΡΧΟΝΤΑΙ

Όποια και να σηκώσουμε,
πέτρα, από το χώμα
και όποιο λάκκο σκάψουμε
στάχτες βρίσκουμε ακόμα.
           
Αίματα απ’ τα κατοχικά
εκείνα γεγονότα
που πίσω άφησε η βαριά
των Γερμανών η μπότα.

Τώρα, μια βόμβα που έπεσε
για να ξεκουμπιστούνε,
στο Κορδελιό ήταν γραφτό
μπροστά μας να τη βρούμε.

Πάλι εκτοπιζόμαστε
μετά εβδομήντα χρόνια,
στα καταφύγια εμείς
κι εκείνοι στα σαλόνια.

Έρχονται και ξανάρχονται
οι Γερμανοί στον τόπο
πότε με τρόπο ένοπλο
πότε με κερδοσκόπο.

Ο Χίτλερ με τον πόλεμο
ο Σόιμπλε εν ειρήνη.
Ζώσου ξανά –μα με του νου-
τ’  άρματα Ρωμιοσύνη.

Άρης  Μπιτσώρης

Παρασκευή, 27 Ιανουαρίου 2017

ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ ΤΟ ΦΡΑΓΓΕΛΙΟ

Μήπως το λάβατε κι εσείς το μήνυμα που πήρα;
Του Άγιου Νεκτάριου η μία του η χείρα

-από τις δυο τις δεξιές που έφερε εκείνος-
ετέθη για προσκύνημα, και οι πιστοί είναι σμήνος.

Προ ημερών στην εκκλησιά μιας άλλης ενορίας
η ΕΣΘΗΤΑ μοστραρίστηκε της Παναγιάς Μαρίας.

Ταυτόχρονα σ’ άλλο ναό εδώ στη Σαλονίκη
και η ΑΓΙΑ  ΖΩΝΗ της ήτανε σε προθήκη.

Πρόπερσι το ΜΑΦΟΡΙΟ κι ο ΙΕΡΟΣ ΧΙΤΩΝΑΣ
κι αλλού το ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ που ’μουν κι εγώ θαμώνας.

Το ΤΙΜΙΟ ΞΥΛΟ έχει να βγει από το δεκατρία
για άλλη ώρα το κρατούν, θα το ’χουν σ’ εφεδρεία.

Μα πάντα υπάρχει απόθεμα, αστείρευτη η βρύση∙
γωνιακό το μαγαζί, το ευνοεί κι η κρίση.

Κι όποτε διαπιστώσουνε πως έχουνε κεσάτια
μια εικόνα θα φανερωθεί με δάκρια στα μάτια,

στέρφα θα κάνει γόνιμη η Παναγιά η Τσαμπίκα,
θαύμα ο Άγιος Ραφαήλ, και θ’ αυγατίσει η προίκα.

Τώρα το ευαγγέλιο διαβάζω του Ιωάννη
εκεί που λέει ο Ιησούς κάποτε εξεμάνη

διότι βρήκε στον ιερό Ναό του Σολομώντα
εμπόρους και κολλυβιστές και το Θεό απόντα.

Ακαριαία αντέδρασε και έδρασε βιαίως
το βεβαιώνουν κι οι άλλοι τρεις Μάρκος, Λουκάς, Ματθαίος.

¨Ποιήσας¨, λένε οι γραφές, ¨φραγγέλιον εκ σχοινίων¨
¨εξέβαλεν εκ του ιερού¨ τις σπείρες των αχρείων.

Τώρα, όμως, οι έμποροι γίναν ιερατείο
και τρωκτικά, που φόρεσαν προβάτου προσωπείο.

Κι αφού οι πιο πολλοί πιστοί είναι του ¨μη ερεύνα¨
των Χριστεμπόρων θύματα στο πρώτο τους το νεύμα,

δε διαφέρουν και πολύ  απ’ τους ειδωλολάτρες
που προσκυνούν τα κόκκαλα, τις γυάλινες τις χάντρες.

Άραγε  θα εννοήσουνε ποτέ το Ευαγγέλιο
που τους προτρέπει καθαρά: ¨αδράξτε το φραγγέλιο¨;

Τρίτη, 10 Ιανουαρίου 2017

ΣΑΡΑΚΑΤΣΑΝΑ

ΑΜΑΛΑΓΗ  ΩΣ  ΤΑ  ΣΤΕΦΑΝΑ
                                                          στο Σάκη Γαλατά

 Των Σαρακατσαναίων κλειστή ήταν η κοινωνία
το νου τους είχαν οι γονείς μη γίνει επιμιξία.

Ήξεραν τα συγγένεια, γνώριζαν τα νταμάρια
γι’ αυτό και συμπεθέρευαν πέρα απ’ τα επτά ζωνάρια.

Συχνό ήταν το φαινόμενο, κόρες να παντρευτούνε
να φύγουνε και τους γονείς να μην τους ξαναδούνε.

Στην ιστορία μας, λοιπόν, μία Σαρακατσάνα
παντρεύτηκε και χώρισε για πάντα από τη μάνα.

Είχε τα πρόβατα ο γαμπρός πέρα απ’ τη Νέα Ζίχνη
κάπου στα νότια οι γονείς και χάθηκαν τα ίχνη.

Μετά το γάμο η μάνα της ξανά θα κυοφορήσει
στο χρόνο απάνω το στερνό κορίτσι θα γεννήσει.

Κάποτε ένα θανατικό έπεσε στο κονάκι
δέκα χρονών πεντάρφανο μένει το κοριτσάκι.

Τη σύμασε μια φαμελιά για να την αναθρέψουν∙
την προίκα εκείνη ύφαινε ώσπου να την παντρέψουν.

Τα χρόνια διάβηκαν γοργά κι ενώ ήταν πια κοπέλα
και σε πουρνάρι άπλωνε πάνω μια φουστανέλα,

απ’ τη ραχούλα, άκουσε,  που ήταν παραπέρα
ένα γλυκόλαλο αχό που ’βγαζε μια φλογέρα.

Ύστερα ένοιωσε ένα φως στα μάτια της να πέφτει
ένας τσομπάνος έκανε σήμα με τον καθρέφτη.

Με τη βουτσέλα ύστερα που πήγε ως τη βρύση
πίσω απ’ τον πλάτανο αυτός θα της κρυφομιλήσει.

Από τα μάτια πιάνεται η αγάπη πρώτα πρώτα
κι από τα χείλη ροβολά ως της καρδιάς την πόρτα,

με θράσος μπαίνει απρόσκλητη, θρονιάζεται εκεί μέσα
κι όπως ο βήχας κι ο παράς δεν κρύβεται η μπαμπέσα.

Η τσούπρα κι ο λεβεντονιός πιάστηκαν στην αγάπη
τις μέρες νεύματα κρυφά, νυχτιές μ’ άγρυπνο μάτι.

Ήτανε άλλοι οι καιροί και αυστηρά τα ήθη
πριν από γάμο ο γαμπρός δεν έβλεπε τη νύφη.

Ιδίως αν απ’ τους γονιούς δεν ήταν σιαγμένα
με τα παλιά τα έθιμα όλα συμφωνημένα.

Μια μέρα ο νέος μίλησε στη μάνα του τη χήρα
της λέει ¨κι αν είμαι μικρός  απόφαση το πήρα

γυναίκα μου θα πάρω αυτή που θέλει η ψυχή μου¨,
αδυναμία του ’χε αυτή ¨ζήτησ’ τη¨ λέει, ¨παιδί μου

ούτε και οι προστάτες της εμπόδιο θα μπούνε
κι ίσως είν’ ευκαιρία γι’ αυτούς να την ξεφορτωθούνε¨.

Αρραβωνιάστηκε,  λοιπόν, με τη σαρακατσάνα
¨αμάλαγη ως τα στέφανα¨, έβαλε όρο η μάνα.

Κοντά ήταν τα καλύβια τους μέσα στην ίδια στάνη
κι ετοιμασίες κάνανε να βάλουνε στεφάνι.

Της νύφης και της πεθεράς ταιριάξανε τα χνώτα  
προτού σκεφτεί κάτι η μια, το ’φερνε η άλλη πρώτα.

Μια μέρα καθώς χτένιζε αυτή την πεθερά της
που’ χε λουστεί και ξέπλεκα ήτανε τα μαλλιά της

το χτένι κάπου σκάλωσε επάνω στο κεφάλι,
είχε κοντά στην κορυφή μία ελιά μεγάλη.

Και τότε είπε η μικρή ¨στην πατρική τη στάνη
τη μάνα που με γέννησε χτένιζα πριν πεθάνει

κι είχε κι εκείνη μια ελιά ίδια με τη δική σου¨.
Γυρνάει τότε η πεθερά ¨τι λες μωρή, ορκίσου,

αυτή η ελιά στης μάνας μου το σόι είναι σημάδι
μήπως κοπέλα μου εκεινής είσαι εσύ  ’ψιμάδι,

πως λέγαν τους γουνέους σου, πως λέγαν τους μπαρμπάδες;
Έλα Χριστέ κι Απόστολε, είμαστε αδερφάδες.

Δεν ξέρω αν πρέπει να χαρώ ή πιο πολύ να κλάψω
και αν τα ρούχα της χαράς κατάμαυρα να βάψω.

Αφού, κορίτσι μου καλό, εσύ ’σαι αδερφή μου
αδύνατο για άντρα σου να πάρεις το παιδί μου¨.

Ο γιος, τις βρήκε που ’κλαιγαν κι οι δυο αγκαλιασμένες
με τα μαλλιά ανάπλιγα σαν παραλοϊσμένες.

Και όταν έμαθε κι αυτός για τούτο το αναλέτι
στο στρώμα έπεσε άρρωστος απ’ το πολύ σεκλέτι.

Λέν’  της αγάπης η ουρά  είναι ο πικρός ο πόνος
μα και του πόνου βάλσαμο πως είναι μόνο ο χρόνος.

Πάντρεψαν το κορίτσι αυτό μ’ έναν απ’ άλλο σόι,
των ομματιών του πήρε αυτός η πίκρα μην τον τρώει

κι έφτιαξε το κονάκι του, μακριά, σε ξένα μέρη
μ’ αν έσβησε η αγάπη τους ένας Θεός το ξέρει.

Τετάρτη, 23 Νοεμβρίου 2016

ΒΡΟΜΑ ΚΑΙ ΔΥΣΩΔΕΙΑ

Ένα ρητό διαχρονικό ας ξαναθυμηθούμε∙
λέγαν οι αρχαίοι: ¨ενός κακού μύρια ακολουθούνε¨.

Δε φτάναν όλα τα δεινά που έφερε η κρίση
κι άλλη πληγή στον τόπο μας έχει κακοφορμίσει.

Πάλι τα Διυλιστήρια άνοιξαν τα φουγάρα
και κάθε μέρα κάνουμε τη βρόμα τους γαργάρα.

Τώρα που ο κόσμος λύγισε από την ανεργία
για εκείνους που ρυπαίνουνε είναι χρυσή ευκαιρία.

Λένε: ¨ποιος θα αντισταθεί, ποιος πένης θ’ αντιδράσει,
ο άνεργος που τάζουμε σ’ εμάς δουλειά  θα πιάσει;

Κατηγορίας δεύτερης πολίτες τα χαϊβάνια¨.
Κι αφήνουν τα μεσάνυχτα τα δύσοσμα ντουμάνια.

Στον Κουκλουτζά, στο Κορδελιό, Ντούντουλαρ και Κασκάρκα
και στ’ Αραπλί μαυρίσανε και σωθικά και σάρκα.

Προβλήματα αναπνευστικά και οι καρκίνοι αβέρτα
και τα γραφεία κηδειών για κάσες παίρνουν μέτρα.

Όμως τι κάνουν οι ταγοί, των Δήμων τα κεφάλια
μοχθούνε για των πολιτών υγεία και ασφάλεια;

Αντί σ’ αυτούς τους ¨ρυπαρούς¨ να στήσουν ένα μπλόκο
σφυρίζουν αδιάφορα, κοινώς κάνουνε μόκο.

Μάλιστα κάποιοι υιοθετούν όσα υποστηρίζουν  
οι δράστες που τα δύσοσμα αέρια σκορπίζουν.

Πως τάχα είναι ακίνδυνα, σαν των νυχιών την όζα
ή όπως το ανθρακικό που έχει η γκαζόζα.

Και όλα αυτά γιατί ύπουλα δουλεύει η εταιρία
στους Δήμους δίνει πού και πού καμία χορηγία.

Κι έτσι γίνονται υπάλληλοι του επιχειρηματία,
η μέθοδος πασίγνωστη στην αποικιοκρατία.

Η εξουσία του χρήματος δουλεύει με το γάντι
δίνει μια χάντρα γυάλινη και κλέβει το διαμάντι.

Μα ευτυχώς υπάρχουνε και ενεργοί δημότες
του Ευόσμου και του Κορδελιού αλλά και Χαρμανκιώτες

που πλέον δεν ανέχονται να τους ταΐζουν βρόμη∙
ανήσυχοι, ενήμεροι, με άποψη, με γνώμη

της TVαποχαύνωσης λύσαν τις χειροπέδες
έβγαλαν τις παντόφλες τους, άφησαν καναπέδες

μέσα απ’ το διαδίκτυο, βγάλαν ανακοινώσεις
κι όλους τους συντοπίτες τους καλούν σε συγκεντρώσεις.

Όσοι για την υγεία μας, λοιπόν, ανησυχούμε
και για το μέλλον των παιδιών λέμε ότι αγωνιούμε
 
νομίζω απ’  το καβούκι μας είναι καιρός να βγούμε
από τα λόγια, απ’ τις ευχές στη δράση να βρεθούμε.

Με τη συλλογικότητα θα διώξουμε τα νέφη
γιατί η ιδιώτευση καπνούς φουγάρων τρέφει.

Τα κέρδη που αυγατίζουνε για την ολιγαρχία
ή η ανθρώπινη ζωή πιότερη έχει αξία;

Πέμπτη, 20 Οκτωβρίου 2016

ΠΑΡ’ ΤΟ ΑΛΛΙΩΣ

Βλέπω τους φίλους και γνωστούς που έχουν ένα ¨θέμα¨ 
σβησμένο το χαμόγελο και σκυθρωπό το βλέμμα.

Φαινόμενα που προφανώς οφείλονται στην κρίση
όμως αυτή η κατήφεια σαφώς δεν είναι λύση.

Φίλε, η εσωστρέφεια σ’ αδιέξοδο μας βγάζει
και το μυαλό σε σκοτεινούς λαβύρινθους το βάζει.

Βιδώθηκες στον καναπέ και η μικρή οθόνη
σου πλένει τον εγκέφαλο με ηττοπάθειας σκόνη.

Βγες στον αέρα, βάδισε, ας είναι χλεμπονιάρης
με θετική ενέργεια θα βγει και ο βαρδάρης.

Άφησε το στασίδι σου πίσω από τη γρίλια
μια βόλτα κάνε στην ακτή, μάζεψε δυο κοχύλια.

Μίλα με φίλους face to face∙ του  facebook οι φίλοι
είναι λουλούδια ψεύτικα σε πλαστική ανθοστήλη.

Μεταχειρίσου το internet μόνο ως εργαλείο
γράψε δυο λόγια στο χαρτί, άνοιξε ένα βιβλίο.

Πιες με τους κολλητούς καφέ, έστω και κυλικείου
 μα αγνόησε ανώφελες κουβέντες καφενείου.

Διάλογο δημιουργικό αυτοί οι καιροί επιτάσσουν
και με συλλογικότητα οι άνθρωποι να δράσουν.

Με αλληλεγγύη πρώτιστα, με γνώση απαραιτήτως
και ρίσκα να ξαναπιαστεί απ’ την αρχή ο μίτος.

Το πήραμε το μάθημα, Μεσσίες δεν υπάρχουν
ως ενεργοί θα εκλέγουμε τους άξιους να άρχουν.

Σάββατο, 15 Οκτωβρίου 2016

ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ Η ΟΠΕΡΕΤΑ

Είδα σκηνές απ’ της Βουλής τη χτεσινή οπερέτα
νόμιζα πως ξανάβλεπα μία παλιά κασέτα.

Με νέους πρωταγωνιστές στο ίδιο το σενάριο
πολιτικοί δεινόσαυροι τους κάναν σεμινάριο.

Κουνούσανε το δάχτυλο, σηκώνανε τη βέργα
χορτάσαμε απ’ τα λόγια τους διψάσαμε για έργα.

Μιλάς εσύ για διαφθορά νεοφιλελέ Κυριάκο
εσείς μας κυβερνούσατε και πέσαμε στο λάκκο.

Αλέξη, εσύ που ύψωνες σημαία πως θα μας σώσεις 
αρκείσαι στο να δημιουργείς ακόμα εντυπώσεις;

Ξέρουμε ότι γέρνανε τα υποβρύχια εκείνα
κι ότι η Siemens τάιζε τον τάδε και τον δείνα.

Πως λίστες φοροδιαφυγής ήρθαν στην επιφάνεια 
γνωρίζουμε ποιοι πήρανε τόσα θαλασσοδάνεια.

Δεν περιμέναμε πολλά απ’ όσα είχες τάξει
αλλά τα πλέον εφικτά ότι θα κάνεις πράξη.

Αθόρυβα, μεθοδικά, χωρίς περίσσεια λόγια
θα έστελνες στη φυλακή της χώρας τα λαμόγια.

Και ότι μέτρα θα ’παιρνες να μην ανθούν ζιζάνια
που να βουτάνε δάχτυλα στου κράτους τα καζάνια.

Ούτε κι αυτά αν δε μπορείς-εκτός κι αν δε γουστάρεις-
τότε όσο είναι καιρός την άγουσα να πάρεις.

Μένοντας, της αριστεράς το άστρο θα το σβήσεις
κι έμμεσα τη Χρυσή Αυγή στο βάθρο θα τη στήσεις.