Σάββατο, 5 Οκτωβρίου 2013

ΣΤΟΝ ΚΑΙΡΟ ΤΗΣ ΚΡΙΣΗΣ



ΣΤΙΧΟΙ ΠΟΥ ΑΝΑΖΗΤΟΥΝ ΣΥΝΘΕΤΗ

ΚΩΦΑΛΑΛΗ  ΧΩΡΑ

Σήμερα τι να τραγουδήσω
σε ποια στιχάκια ν’ ακουμπήσω
οι μουσικές έχουν βραχνιάσει
κι οι ποιητές έχουν σωπάσει.

Σαν κωφάλαλη η χώρα
σε μεγάλη κατηφόρα
δίχως οδηγούς στα τρένα
με διαλυμένα φρένα.

Τα πλήκτρα πάγωσαν στο πιάνο
σπάνε οι χορδές όταν τις πιάνω
το στόμα ανοίγω να μιλήσω
κι αμέσως θέλω να το κλείσω.


ΗΡΘΑΝ ΤΗΣ ΓΗΣ ΟΙ ΕΜΠΟΡΟΙ

Τη χώρα που με γέννησε δεν την αναγνωρίζω
απελπισμένος πρόσφυγας στους δρόμους της γυρίζω.

Πατρίδα μόνο ο ουρανός
κι ο ήλιος έχει μείνει
αλλά κι αυτός σιγά σιγά
σαν το καντήλι σβήνει.

Γερνούν τα νιάτα γρήγορα, άνεργα, απελπισμένα
τα διαβατήρια κρατούν και φεύγουν για τα ξένα.

Ήρθαν της γης οι έμποροι
και οι πραματευτάδες
σε έχουν βγάλει στο σφυρί
και σου περνούν χαλκάδες.



Η  ΟΥΓΙΑ

Όπου ακούς λόγια παχιά
θα πρέπει να το ψάξεις,
να είσαι άπιστος Θωμάς
προτού  να δεις τις πράξεις.

Αν τάζουνε μεταξωτά
να τα κοιτάς στην ούγια
κι όπου ακούς χρυσά αυγά
να ξέρεις είναι κλούβια.

Αν σου υπόσχονται άνοιξη
να περιμένεις χιόνι
κι εκεί που ακούς χρυσές αυγές
ποτέ δεν ξημερώνει.

 
ΜΕ  ΑΡΙΣΤΑ

Είκοσι χρόνια στα θρανία
ύστερα ήρθε κι η θητεία
μεταπτυχιακά και γλώσσες
και ένα διδακτορικό
και βεβαιώσεις τετρακόσιες.

Με άριστα σπατάλησα
την ακριβή τη νιότη
με βασανίζουν τα γιατί
τα μήπως, τα διότι.

Άνεργος τώρα και στο νοίκι
κι έχω τους γέρους δεκανίκι
μου λένε εκείνοι να ενδώσω
κι όσα δεν έδωσαν αυτοί
να ξεπουλήσω όσο όσο.

 

Ο ΜΑΥΡΑΓΟΡΙΤΗΣ

Φέρε τις λίρες της γιαγιάς σου
τα σκουλαρίκια της μαμάς
πρέπει να είχε ένα ρολόι
με αλυσίδα ο μπαμπάς.

Είμαι ενεχυροδανειστής
δανείζω και με τόκο
πληρώνω όμως μετρητοίς
πάρ’ τα και κάνε μόκο.

Η εχεμύθεια είναι πλήρης
έχω ακριβείας ζυγαριά
νόμιμες είναι οι αποδείξεις
και αποδίδω Φ.Π.Α.

Της γειτονιάς μαυραγορίτης
σαν τον παππού στην κατοχή
κι αυτός επένδυσε στην κρίση
πήρα από εκείνον την ευχή.



ΧΑΜΕΝΗ  ΖΩΗ

Πρωί δουλειά, βράδυ δουλειά
Σαββατοκύριακα έξτρα
κι ένα σπιτάκι στο χωριό
το ’χτισα πέτρα πέτρα.

Πίστεψα στους πολιτικούς
με τα παχιά τα λόγια
που μοίρασαν τον κόπο μου
με λαίμαργα λαμόγια.
Τώρα μου λεν πως το ’φαγα
μαζί μ’ αυτούς το μέλι
κι ο μπόγιας που κουβάλησαν
με αποκαλεί τεμπέλη.

Ό,τι κι αν έχω μου ζητούν
να τα ξαναπληρώσω
μα θέλω άλλη μια ζωή
για να τα ξεχρεώσω.


 
ΧΑΣΑΝ ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ ΤΟ ΝΟΗΜΑ ΤΟΥΣ

Μας είπανε λεφτά υπάρχουν
πολλά πακέτα έχουν βρεθεί
ενώ μες στη χρεοκοπία
η χώρα έχει βυθιστεί.

Βάφτισαν ανεξαρτησία
της τρόικας την κατοχή
και μετενέργεια του μισθού μας
μια μείωση δραματική.

Χάσανε οι λέξεις το νόημα τους
μέσα στης κρίσης την εποχή
και τώρα πλέον τα λεξικά μου
έχουν στην πράξη αχρηστευτεί.
Ιδιωτικοποίηση
είπανε την εκποίηση
τους δανειστές σωτήρες
χάδια τις λεν τις καρπαζιές
τους τοκογλύφους τράπεζες
φίλους τους ολετήρες.

Θα ανακάμψουμε μας είπαν
σε ένα χρόνο, άντε δυο
μα η ύφεση κι η ανεργία
μας παν με φόρα στο γκρεμό.

Το κρέας το βαφτίζουν ψάρι
στα μοναστήρια οι μοναχοί
και το συσσίτιο των ανέργων
τον λεν δεξίωση οι φτωχοί.


ΚΟΥ-ΠΕ-ΠΕ

Τρέχουνε τόσα γεγονότα
εγχώρια και διεθνή
κι εγώ αδιάφορος κοιτάζω
τούρκικα σίριαλ στην T.V.

Σηκώνομαι απ’ τον καναπέ
μόνο για να φωνάξω γκολ∙
σαν κουδουνίστρα κου-πε-πε
το zapping του τηλεκοντρόλ.

Δε λέω, βλέπω και ειδήσεις
μα σαν αμάσητη τροφή
τρώω κουτόχορτο αβέρτα
κι η σκέψη μου έχει αφοπλιστεί.

Τι κι αν μου κόβουν το μισθό μου
μπορεί και να ’χω απολυθεί
ας είν’ καλά οι διαφημίσεις
έχω εικονική τροφή.



ΜΕΡΕΣ  ΠΟΙΗΤΙΚΕΣ

Φυλακισμένοι στα όνειρά μας
ξενυχτισμένοι στο face book
τα μεσημέρια βγάζουμε μόστρα
των κινητών μας τα νέα look.

Αργοπεθαίνει η νιότη μας
από χαμένο χρόνο
το χρόνο που αγοράζουμε
στα super market μόνο.

Είμαστε έξω, ή μήπως μέσα
μέχρι τα μπούνια συστημικοί
που σε καφέδες και καναπέδες
δριμεία ασκούμε την κριτική;

Σε εικόνες ζούμε εγκλωβισμένοι
σ’ επαναστάσεις ψηφιακές
και δε μας νοιάζει το ΜΑΗ αν ζήσαν
οι νέοι μέρες ποιητικές.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου