Τετάρτη, 22 Φεβρουαρίου 2012

Ο ΓΛΗΓΟΡΑΚΗΣ


Το μεροκάματο λειψό, τα δίχτυα βγαίναν άδεια∙

η αγκαλιά της θάλασσας χωρίς φιλιά και χάδια.

Κι εκείνος την κατούρησε, της γύρισε την πλάτη

κι απ’ τ’ αργασμένο του κορμί έπλυνε το αλάτι.

Αυτή τον καταράστηκε και του ’πε γδικιωμένα:

¨πικρό ψωμί της αργατιάς να το γευτείς στα ξένα¨.

Ξεμάκρυνε από το γιαλό, βγήκε έξω απ’ τα νερά του

και στις στεριές της ξενιτιάς σβήσαν τα όνειρά του.

Γύρισε, μα πώς γύρισε, μέσα σε μια κασέλα

τον ρίξανε όπως κι αυτός κάποτε τη σαρδέλα.

Τον αρνητή της θάλασσας, λοιπόν, το Γληγοράκη

ψαράδες τονε θάψανε με μοιρολόι φαρμάκι.

Μ’ ανάθεμα, που τα νερά τ’ Αμβρακικού είχε αφήσει

και απ’ το σινάφι ξέκοψε κι είχε γι’ αλλού κινήσει.

Μια ιστορία που χάνεται στα βάθη των αιώνων

δρώμενο αποκριάτικο τώρα των απογόνων.

Το Γληγοράκη ντύνουνε κάθε χρονιά αχυρένιο

στης Βόνιτσας της δημοσιές τον σέρνουν τον καημένο.

Και ύστερα σε μια φωτιά ρίχνουνε τη σωρό του

ξορκίζοντας του κύματος τον άγριο θυμό του.

Καλά τη λεν τη θάλασσα πλάνα και ξελογιάστρα

μαριόλα, τάζει στην αρχή τον ουρανό με τ’ άστρα,

μα έτσι και την αρνηθείς την πιάνει το γινάτι

και σου φορτώνει ένα σταυρό βαρύ σαν το κατάρτι.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου