Παρασκευή, 27 Ιανουαρίου 2017

ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ ΤΟ ΦΡΑΓΓΕΛΙΟ

Μήπως το λάβατε κι εσείς το μήνυμα που πήρα;
Του Άγιου Νεκτάριου η μία του η χείρα

-από τις δυο τις δεξιές που έφερε εκείνος-
ετέθη για προσκύνημα, και οι πιστοί είναι σμήνος.

Προ ημερών στην εκκλησιά μιας άλλης ενορίας
η ΕΣΘΗΤΑ μοστραρίστηκε της Παναγιάς Μαρίας.

Ταυτόχρονα σ’ άλλο ναό εδώ στη Σαλονίκη
και η ΑΓΙΑ  ΖΩΝΗ της ήτανε σε προθήκη.

Πρόπερσι το ΜΑΦΟΡΙΟ κι ο ΙΕΡΟΣ ΧΙΤΩΝΑΣ
κι αλλού το ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ που ’μουν κι εγώ θαμώνας.

Το ΤΙΜΙΟ ΞΥΛΟ έχει να βγει από το δεκατρία
για άλλη ώρα το κρατούν, θα το ’χουν σ’ εφεδρεία.

Μα πάντα υπάρχει απόθεμα, αστείρευτη η βρύση∙
γωνιακό το μαγαζί, το ευνοεί κι η κρίση.

Κι όποτε διαπιστώσουνε πως έχουνε κεσάτια
μια εικόνα θα φανερωθεί με δάκρια στα μάτια,

στέρφα θα κάνει γόνιμη η Παναγιά η Τσαμπίκα,
θαύμα ο Άγιος Ραφαήλ, και θ’ αυγατίσει η προίκα.

Τώρα το ευαγγέλιο διαβάζω του Ιωάννη
εκεί που λέει ο Ιησούς κάποτε εξεμάνη

διότι βρήκε στον ιερό Ναό του Σολομώντα
εμπόρους και κολλυβιστές και το Θεό απόντα.

Ακαριαία αντέδρασε και έδρασε βιαίως
το βεβαιώνουν κι οι άλλοι τρεις Μάρκος, Λουκάς, Ματθαίος.

¨Ποιήσας¨, λένε οι γραφές, ¨φραγγέλιον εκ σχοινίων¨
¨εξέβαλεν εκ του ιερού¨ τις σπείρες των αχρείων.

Τώρα, όμως, οι έμποροι γίναν ιερατείο
και τρωκτικά, που φόρεσαν προβάτου προσωπείο.

Κι αφού οι πιο πολλοί πιστοί είναι του ¨μη ερεύνα¨
των Χριστεμπόρων θύματα στο πρώτο τους το νεύμα,

δε διαφέρουν και πολύ  απ’ τους ειδωλολάτρες
που προσκυνούν τα κόκκαλα, τις γυάλινες τις χάντρες.

Άραγε  θα εννοήσουνε ποτέ το Ευαγγέλιο
που τους προτρέπει καθαρά: ¨αδράξτε το φραγγέλιο¨;

Τρίτη, 10 Ιανουαρίου 2017

ΣΑΡΑΚΑΤΣΑΝΑ

ΑΜΑΛΑΓΗ  ΩΣ  ΤΑ  ΣΤΕΦΑΝΑ
                                                          στο Σάκη Γαλατά

 Των Σαρακατσαναίων κλειστή ήταν η κοινωνία
το νου τους είχαν οι γονείς μη γίνει επιμιξία.

Ήξεραν τα συγγένεια, γνώριζαν τα νταμάρια
γι’ αυτό και συμπεθέρευαν πέρα απ’ τα επτά ζωνάρια.

Συχνό ήταν το φαινόμενο, κόρες να παντρευτούνε
να φύγουνε και τους γονείς να μην τους ξαναδούνε.

Στην ιστορία μας, λοιπόν, μία Σαρακατσάνα
παντρεύτηκε και χώρισε για πάντα από τη μάνα.

Είχε τα πρόβατα ο γαμπρός πέρα απ’ τη Νέα Ζίχνη
κάπου στα νότια οι γονείς και χάθηκαν τα ίχνη.

Μετά το γάμο η μάνα της ξανά θα κυοφορήσει
στο χρόνο απάνω το στερνό κορίτσι θα γεννήσει.

Κάποτε ένα θανατικό έπεσε στο κονάκι
δέκα χρονών πεντάρφανο μένει το κοριτσάκι.

Τη σύμασε μια φαμελιά για να την αναθρέψουν∙
την προίκα εκείνη ύφαινε ώσπου να την παντρέψουν.

Τα χρόνια διάβηκαν γοργά κι ενώ ήταν πια κοπέλα
και σε πουρνάρι άπλωνε πάνω μια φουστανέλα,

απ’ τη ραχούλα, άκουσε,  που ήταν παραπέρα
ένα γλυκόλαλο αχό που ’βγαζε μια φλογέρα.

Ύστερα ένοιωσε ένα φως στα μάτια της να πέφτει
ένας τσομπάνος έκανε σήμα με τον καθρέφτη.

Με τη βουτσέλα ύστερα που πήγε ως τη βρύση
πίσω απ’ τον πλάτανο αυτός θα της κρυφομιλήσει.

Από τα μάτια πιάνεται η αγάπη πρώτα πρώτα
κι από τα χείλη ροβολά ως της καρδιάς την πόρτα,

με θράσος μπαίνει απρόσκλητη, θρονιάζεται εκεί μέσα
κι όπως ο βήχας κι ο παράς δεν κρύβεται η μπαμπέσα.

Η τσούπρα κι ο λεβεντονιός πιάστηκαν στην αγάπη
τις μέρες νεύματα κρυφά, νυχτιές μ’ άγρυπνο μάτι.

Ήτανε άλλοι οι καιροί και αυστηρά τα ήθη
πριν από γάμο ο γαμπρός δεν έβλεπε τη νύφη.

Ιδίως αν απ’ τους γονιούς δεν ήταν σιαγμένα
με τα παλιά τα έθιμα όλα συμφωνημένα.

Μια μέρα ο νέος μίλησε στη μάνα του τη χήρα
της λέει ¨κι αν είμαι μικρός  απόφαση το πήρα

γυναίκα μου θα πάρω αυτή που θέλει η ψυχή μου¨,
αδυναμία του ’χε αυτή ¨ζήτησ’ τη¨ λέει, ¨παιδί μου

ούτε και οι προστάτες της εμπόδιο θα μπούνε
κι ίσως είν’ ευκαιρία γι’ αυτούς να την ξεφορτωθούνε¨.

Αρραβωνιάστηκε,  λοιπόν, με τη σαρακατσάνα
¨αμάλαγη ως τα στέφανα¨, έβαλε όρο η μάνα.

Κοντά ήταν τα καλύβια τους μέσα στην ίδια στάνη
κι ετοιμασίες κάνανε να βάλουνε στεφάνι.

Της νύφης και της πεθεράς ταιριάξανε τα χνώτα  
προτού σκεφτεί κάτι η μια, το ’φερνε η άλλη πρώτα.

Μια μέρα καθώς χτένιζε αυτή την πεθερά της
που’ χε λουστεί και ξέπλεκα ήτανε τα μαλλιά της

το χτένι κάπου σκάλωσε επάνω στο κεφάλι,
είχε κοντά στην κορυφή μία ελιά μεγάλη.

Και τότε είπε η μικρή ¨στην πατρική τη στάνη
τη μάνα που με γέννησε χτένιζα πριν πεθάνει

κι είχε κι εκείνη μια ελιά ίδια με τη δική σου¨.
Γυρνάει τότε η πεθερά ¨τι λες μωρή, ορκίσου,

αυτή η ελιά στης μάνας μου το σόι είναι σημάδι
μήπως κοπέλα μου εκεινής είσαι εσύ  ’ψιμάδι,

πως λέγαν τους γουνέους σου, πως λέγαν τους μπαρμπάδες;
Έλα Χριστέ κι Απόστολε, είμαστε αδερφάδες.

Δεν ξέρω αν πρέπει να χαρώ ή πιο πολύ να κλάψω
και αν τα ρούχα της χαράς κατάμαυρα να βάψω.

Αφού, κορίτσι μου καλό, εσύ ’σαι αδερφή μου
αδύνατο για άντρα σου να πάρεις το παιδί μου¨.

Ο γιος, τις βρήκε που ’κλαιγαν κι οι δυο αγκαλιασμένες
με τα μαλλιά ανάπλιγα σαν παραλοϊσμένες.

Και όταν έμαθε κι αυτός για τούτο το αναλέτι
στο στρώμα έπεσε άρρωστος απ’ το πολύ σεκλέτι.

Λέν’  της αγάπης η ουρά  είναι ο πικρός ο πόνος
μα και του πόνου βάλσαμο πως είναι μόνο ο χρόνος.

Πάντρεψαν το κορίτσι αυτό μ’ έναν απ’ άλλο σόι,
των ομματιών του πήρε αυτός η πίκρα μην τον τρώει

κι έφτιαξε το κονάκι του, μακριά, σε ξένα μέρη
μ’ αν έσβησε η αγάπη τους ένας Θεός το ξέρει.