Τρίτη, 29 Οκτωβρίου 2013

ΓΑΜΟΣ EXTRA LARGE



ΓΑΜΟΣ EXTRA LARGE

Μια ντουφεκιά ακούστηκε από την Πιερία
ήταν απ’ τη Λεπτοκαρυά∙ κι αμέσως μια κυρία
σεινάμενη, κουνάμενη, άψογα ενδεδυμένη
κι ως χολυγουντιανή star παρφουμαρισμένη
πήρε τους δρόμους παγανιά και τα μικρά σοκάκια
κρατώντας προσκλητήρια μα και μικρά γλαστράκια.
Καλεί σε γαμοβάφτιση, τα στέφανα η κόρη
και τ’ όνομα στον εγγονό, της κόρης της τ’ αγόρι.
Γάμος σπουδαίος έξτρα λαρτζ, κράτησε μια βδομάδα
τόσο οι γάμοι κράταγαν κάποτε στην Ελλάδα.
Με όλα του τα έθιμα, με τους παλιούς κανόνες
προσαρμοσμένος σε αλλαγές που φέρανε οι αιώνες.
Είχε κρεβάτι και προικιά, μπρατίμισσες μπρατίμια
εδέσματα παράδοσης με ζύμες και προζύμια.
Είχε γυναίκες σύγχρονες και όχι με σιγκούνια
αλλά με εικοσάποντα τρεκλίζοντα τακούνια.
Είχε κρασιά και τσίπουρα και άρτους σε κανίσκι
αλλά και τούρτες σαντιγί και φυσικά ουίσκι.
Κλαρίνο και τετράχορδο μπουζούκι κάναν μίξη
με μια κονσόλα ηλεκτρική και είχαν καταπλήξει.
Απόλυτος συγχρονισμός παρόντος-παρελθόντος
γάμος-γαμάτος-γάμαρος∙ και έτσι ήταν όντως.
Όμως μία παράσταση δε στήνεται άρπα κόλα
χρειάζεται έναν άνθρωπό με πείρα πάνω απ’ όλα.
Χρειάζεται παραγωγό κι άριστο σκηνοθέτη
αλλά και γνώσεις management πρέπει να διαθέτει.
Αλλιώς θα ’ταν ο θίασος ένα μπερδεγουέι
εδώ όμως όλα θύμιζαν σκηνές του Μπροντγουέι.
Πίσω, λοιπόν, απ’ όλα αυτά εκείνη η κυρία∙
θαρρείς κρατά η σκούφια της από αριστοκρατία.
Αυτή η Αυτοκράτειρα –γιατί έτσι ήταν ντυμένη-
μέχρι το τέλος άοκνη, άκρως συντονισμένη
με κάθε λεπτομέρεια τα είχε οργανώσει
σώμα και χρήμα και ψυχή όλα τα έχει δώσει.
Είναι η Πόπη η Χατζή του Σάββα του Ατματζίδη
που όσα για μας είναι βουνό γι’ αυτήν είναι παιχνίδι.
Εύγε σου Πόπη, εσένανε μόνο καλά σου αξίζουν
να ζήσουν, να τους χαίρεσαι, χαρές να σου χαρίζουν.

Κυριακή, 20 Οκτωβρίου 2013

ΤΟ ΠΑΛΙΟ ΞΥΛΟΥΡΓΕΙΟ



Οι στάβλοι παν του Κουκλουτζά
παν και τα συνεργεία
χαθήκαν εργαστήρια
κλείσαν τα ξυλουργεία.

Δε βρίσκεις τώρα μια αυλή
μα ούτε και αλάνα
και χάνει η μάνα το παιδί
και το παιδί τη μάνα.

Μια μέρα φθινοπωρινή
που άρχιζε το κρύο
με πήγε ο Αντώνης σε παλιό
του Ευόσμου ξυλουργείο.

Μα αντί κορδέλα για να δω
την πλάνη ή την πρέσα
του Κουκλουτζά η αφρόκρεμα
ήτανε όλη μέσα.

Πίνανε αχνιστό καφέ
τσίπουρα με μεζέδες
κι άλλοι σε τσόχα πράσινη
μετρούσαν τους βαλέδες.

Το μαγαζί ανοιχτόκαρδο
μόνο για μερακλήδες
που έχουνε έξω καρδιά
και καλαμπουριτζήδες.

Κάπελας ένας ευτραφής
σβέλτος, με προθυμία∙
με χιούμορ εξυπηρετεί
κάθε επιθυμία.

Κρατά από παλιά γενιά
Χρήστο, τον λεν, Σαβράμη∙
το ¨ΞΥΛΟΥΡΓΙΟ το ΠΑΛΙΟ¨
γράφει έξω απ’ το τζάμι.

Σάββατο, 5 Οκτωβρίου 2013

ΣΤΟΝ ΚΑΙΡΟ ΤΗΣ ΚΡΙΣΗΣ



ΣΤΙΧΟΙ ΠΟΥ ΑΝΑΖΗΤΟΥΝ ΣΥΝΘΕΤΗ

ΚΩΦΑΛΑΛΗ  ΧΩΡΑ

Σήμερα τι να τραγουδήσω
σε ποια στιχάκια ν’ ακουμπήσω
οι μουσικές έχουν βραχνιάσει
κι οι ποιητές έχουν σωπάσει.

Σαν κωφάλαλη η χώρα
σε μεγάλη κατηφόρα
δίχως οδηγούς στα τρένα
με διαλυμένα φρένα.

Τα πλήκτρα πάγωσαν στο πιάνο
σπάνε οι χορδές όταν τις πιάνω
το στόμα ανοίγω να μιλήσω
κι αμέσως θέλω να το κλείσω.


ΗΡΘΑΝ ΤΗΣ ΓΗΣ ΟΙ ΕΜΠΟΡΟΙ

Τη χώρα που με γέννησε δεν την αναγνωρίζω
απελπισμένος πρόσφυγας στους δρόμους της γυρίζω.

Πατρίδα μόνο ο ουρανός
κι ο ήλιος έχει μείνει
αλλά κι αυτός σιγά σιγά
σαν το καντήλι σβήνει.

Γερνούν τα νιάτα γρήγορα, άνεργα, απελπισμένα
τα διαβατήρια κρατούν και φεύγουν για τα ξένα.

Ήρθαν της γης οι έμποροι
και οι πραματευτάδες
σε έχουν βγάλει στο σφυρί
και σου περνούν χαλκάδες.



Η  ΟΥΓΙΑ

Όπου ακούς λόγια παχιά
θα πρέπει να το ψάξεις,
να είσαι άπιστος Θωμάς
προτού  να δεις τις πράξεις.

Αν τάζουνε μεταξωτά
να τα κοιτάς στην ούγια
κι όπου ακούς χρυσά αυγά
να ξέρεις είναι κλούβια.

Αν σου υπόσχονται άνοιξη
να περιμένεις χιόνι
κι εκεί που ακούς χρυσές αυγές
ποτέ δεν ξημερώνει.

 
ΜΕ  ΑΡΙΣΤΑ

Είκοσι χρόνια στα θρανία
ύστερα ήρθε κι η θητεία
μεταπτυχιακά και γλώσσες
και ένα διδακτορικό
και βεβαιώσεις τετρακόσιες.

Με άριστα σπατάλησα
την ακριβή τη νιότη
με βασανίζουν τα γιατί
τα μήπως, τα διότι.

Άνεργος τώρα και στο νοίκι
κι έχω τους γέρους δεκανίκι
μου λένε εκείνοι να ενδώσω
κι όσα δεν έδωσαν αυτοί
να ξεπουλήσω όσο όσο.

 

Ο ΜΑΥΡΑΓΟΡΙΤΗΣ

Φέρε τις λίρες της γιαγιάς σου
τα σκουλαρίκια της μαμάς
πρέπει να είχε ένα ρολόι
με αλυσίδα ο μπαμπάς.

Είμαι ενεχυροδανειστής
δανείζω και με τόκο
πληρώνω όμως μετρητοίς
πάρ’ τα και κάνε μόκο.

Η εχεμύθεια είναι πλήρης
έχω ακριβείας ζυγαριά
νόμιμες είναι οι αποδείξεις
και αποδίδω Φ.Π.Α.

Της γειτονιάς μαυραγορίτης
σαν τον παππού στην κατοχή
κι αυτός επένδυσε στην κρίση
πήρα από εκείνον την ευχή.



ΧΑΜΕΝΗ  ΖΩΗ

Πρωί δουλειά, βράδυ δουλειά
Σαββατοκύριακα έξτρα
κι ένα σπιτάκι στο χωριό
το ’χτισα πέτρα πέτρα.

Πίστεψα στους πολιτικούς
με τα παχιά τα λόγια
που μοίρασαν τον κόπο μου
με λαίμαργα λαμόγια.
Τώρα μου λεν πως το ’φαγα
μαζί μ’ αυτούς το μέλι
κι ο μπόγιας που κουβάλησαν
με αποκαλεί τεμπέλη.

Ό,τι κι αν έχω μου ζητούν
να τα ξαναπληρώσω
μα θέλω άλλη μια ζωή
για να τα ξεχρεώσω.


 
ΧΑΣΑΝ ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ ΤΟ ΝΟΗΜΑ ΤΟΥΣ

Μας είπανε λεφτά υπάρχουν
πολλά πακέτα έχουν βρεθεί
ενώ μες στη χρεοκοπία
η χώρα έχει βυθιστεί.

Βάφτισαν ανεξαρτησία
της τρόικας την κατοχή
και μετενέργεια του μισθού μας
μια μείωση δραματική.

Χάσανε οι λέξεις το νόημα τους
μέσα στης κρίσης την εποχή
και τώρα πλέον τα λεξικά μου
έχουν στην πράξη αχρηστευτεί.
Ιδιωτικοποίηση
είπανε την εκποίηση
τους δανειστές σωτήρες
χάδια τις λεν τις καρπαζιές
τους τοκογλύφους τράπεζες
φίλους τους ολετήρες.

Θα ανακάμψουμε μας είπαν
σε ένα χρόνο, άντε δυο
μα η ύφεση κι η ανεργία
μας παν με φόρα στο γκρεμό.

Το κρέας το βαφτίζουν ψάρι
στα μοναστήρια οι μοναχοί
και το συσσίτιο των ανέργων
τον λεν δεξίωση οι φτωχοί.


ΚΟΥ-ΠΕ-ΠΕ

Τρέχουνε τόσα γεγονότα
εγχώρια και διεθνή
κι εγώ αδιάφορος κοιτάζω
τούρκικα σίριαλ στην T.V.

Σηκώνομαι απ’ τον καναπέ
μόνο για να φωνάξω γκολ∙
σαν κουδουνίστρα κου-πε-πε
το zapping του τηλεκοντρόλ.

Δε λέω, βλέπω και ειδήσεις
μα σαν αμάσητη τροφή
τρώω κουτόχορτο αβέρτα
κι η σκέψη μου έχει αφοπλιστεί.

Τι κι αν μου κόβουν το μισθό μου
μπορεί και να ’χω απολυθεί
ας είν’ καλά οι διαφημίσεις
έχω εικονική τροφή.



ΜΕΡΕΣ  ΠΟΙΗΤΙΚΕΣ

Φυλακισμένοι στα όνειρά μας
ξενυχτισμένοι στο face book
τα μεσημέρια βγάζουμε μόστρα
των κινητών μας τα νέα look.

Αργοπεθαίνει η νιότη μας
από χαμένο χρόνο
το χρόνο που αγοράζουμε
στα super market μόνο.

Είμαστε έξω, ή μήπως μέσα
μέχρι τα μπούνια συστημικοί
που σε καφέδες και καναπέδες
δριμεία ασκούμε την κριτική;

Σε εικόνες ζούμε εγκλωβισμένοι
σ’ επαναστάσεις ψηφιακές
και δε μας νοιάζει το ΜΑΗ αν ζήσαν
οι νέοι μέρες ποιητικές.